Σάββατο, 25 Σεπτεμβρίου 2010

Βερολίνο: Lost in transformation ή αλλιώς, σπάζοντας το τείχος…

«Κι αν δεν μπορώ ν’ αλλάξω,
Αναδιπλώνομαι.
Περνώ από στέγη σε στέγη,
φτιάχνω κορυφές,
κι ας μην τις βλέπω.

Την ανάγκη γνωρίζω,
να πατήσει κανείς κάπου,
να βάλει σημαία.
Στο πιο μικρό βουναλάκι μου να σταθεί.

Κι εγώ του φτιάχνω κορυφές
και χιόνια
και δυσπρόσιτες άκρες,
να μοιάσει άθλος
κι άθλημα
και νίκη λαμπρή,
το μικρό του το βήμα»

(Από στέγη σε στέγη)


Μας στήνει όμως, καμιά φορά, κι αυτή η μοίρα μας κάτι παιχνίδια… Μας κοιτά όλο νάζι και μας βγάζει, περιπαιχτικά, τη γλώσσα… Εκεί που θαρρούμε πως στρώσαμε σιγά-σιγά τη ζωή μας, πως καταφέραμε να σχεδιάσουμε με κάθε λεπτομέρεια κάτι, πως ρίξαμε άγκυρα σε στεριά παραδεισένια…Ωπ! Μας δίνει μια σπρωξιά γερή και στο ταξίδι, ανέτοιμους, μας ξαναστέλνει. Ωπ! Με μια τέτοια σπρωξιά προσγειώθηκα στο Βερολίνο, σχεδόν, «ουρανοκατέβατη» (όπως με αποκάλεσε η αγαπημένη μου Αντωνία).
Σκέφτομαι, κάποιες στιγμές, πόσο τελικά ανέτοιμους μας βρίσκουν καταστάσεις από καιρό προγραμματισμένες και πόσο, στ’ αλήθεια, «έτοιμους από καιρό», μας συναντούν συνθήκες που ούτε καν τις είχαμε φανταστεί.
Έτσι, λοιπόν, «σχεδόν ανέτοιμη και κάτι λίγο έτοιμη», με το ένα πόδι μετέωρο πάνω από την Ελλάδα, βρέθηκα στην πόλη των μεγάλων αντιθέσεων. Στην πόλη της μεγαλόπρεπης αρχιτεκτονικής, των μουσείων, των ποδηλατιστών και του πολιτισμού, στην πόλη του διχασμού, του καθωσπρεπισμού, της απολυτότητας, στην πόλη του τείχους.
Πόσες φορές, αλήθεια, δε βρέθηκα διχασμένη, ανάμεσα σε δύο ή σε πολλά, στη σκέψη του «μαύρο ή άσπρο», «αυτό ή εκείνο», στη λογική του «δίπλα ή πολύ μακριά»; Πόσες φορές, δεν έχτισα μόνη μου το δικό μου τείχος γιατί δεν άντεξα να ειδωθώ με την άλλη μου πλευρά; Πόσες φορές, δε βημάτισα στα τείχη μου πλάι, γεμάτη φόβο ή ελπίδα, μήπως γκρεμιστούν; Κι άλλες πόσες φορές, δεν αντιστάθηκα σε μια φιλική ανακωχή ή μιαν απλή συμφιλίωση;
…………………………………………………………………………………
Χτυπούσαν τα τύμπανα στην έναρξη του συνεδρίου οι Γερμανοί, τραγουδώντας… Χτυπούσαν ακούραστα τις σκέψεις μου, σα να προσπαθούσαν επίμονα κάτι να σπάσει…
Αν δε φωνάξεις, σκέφτομαι, δε ξυπνά κανένα μυαλό, αν δε χτυπήσεις γερά, με χέρια και πόδια, κανένα τείχος δεν πρόκειται να γκρεμιστεί από μόνο του.
Και χτυπούσα για ώρα πολύ, μήπως και πιστέψω.

Κι άρχισε τότε να μαλακώνει μέσα η ψυχή μου με το τραγούδι τους και έκλαψα βαθιά, ακούγοντας: «Με τι καρδιά, με τι πνοή, τι πόθους και τι πάθος, πήραμε τη ζωή μας· λάθος! κι αλλάξαμε ζωή.»
…………………………………………………………………………………..
«Η πυξίδα στη ζωή μας», έλεγε ο τίτλος του βιωματικού. Ανέκαθεν αντιμετώπιζα προβλήματα προσανατολισμού… Ένιωθα, σχεδόν, πως περπατούσα συρόμενη πίσω από ανάγκες άλλων, για χρόνια πολλά. Καμιά φορά, αισθάνομαι, πως δεν ξέρω καν τι χρώμα μπορεί να ‘χει η, χωρίς τέλος, ελευθερία.
Με κοίταξε βαθιά στα μάτια η Carmen. Όχι για πολύ. Ίσαμε να δει μέσα από τη ματιά μου. Ίσαμε να μπορέσει να μου μιλήσει για τη μοναξιά που κρύβει η φροντίδα μου για τους άλλους. Μέχρι που να μου εξηγήσει πόσο λυτρωτικό μπορεί να είναι να μου επιτρέπω να εμπιστευτώ.
Ράγισε τη μονότονη περιστροφή γύρω από μένα η Carmen. Με κάλεσε να ανοίξω τις πόρτες μου, να δούνε όλοι μέσα, ό,τι μπορώ και βλέπω εγώ, χρόνια τώρα, μοναχικά.
…………………………………………………………………………………
Κοίταξα τα παιδιά της Gestalt, τους συμφοιτητές μου, τους φίλους, τους συναδέλφους μου…. Την επιστημονικότητα της ομάδας Alzheimer, την ανθρωπιά της ομάδας καρκινοπαθών, την καθαρότητα και την απλότητα του λόγου τους. Καμία σοβαροφάνεια, καμία εγωκεντρικότητα και πολύ σκληρή δουλειά. Αυτό ζητά ο άνθρωπος, ο πελάτης, ο ασθενής, σκέφτηκα.
Αυτό βρήκα στα μάτια όλων τους.
…………………………………………………………………………………
Σ’ αυτό το ταξίδι, έμαθα να μη σκέφτομαι (περίεργο, στ’ αλήθεια, δίδαγμα συνεδρίου!).
Έμαθα να αφήνομαι στην εξέλιξη, στην αλλαγή των άλλων, τη μεταστροφή τη δική μου. Έμαθα να βουτώ σε ποτάμια βαθιά, να κολυμπώ με παρέα, να απολαμβάνω έναν περίπατο σε μια χώρα άγνωστη με φίλους καρδιάς.

Να μη φοβάμαι να χάνομαι ταξιδεύοντας, έμαθα.
Δίχως πυξίδα. Με εμπιστοσύνη και πίστη.

Γιατί, έτσι μονάχα προχωράει ο άνθρωπος…