Τρίτη, 3 Αυγούστου 2010

Οι νέοι, εμείς και η κοινωνία του σήμερα...

Ο Έλληνας του σήμερα… Μεγάλωσε γεμάτος εθνική υπερηφάνεια. Έμαθε από νήπιο να στέκεται ακίνητος και συγκινημένος, καθώς παίζει ο Εθνικός Ύμνος, να μιλά για τη σπουδαιότητα των αρχαίων Ελλήνων, να προσομοιάζει την «κουτοπονηριά» του με την στρατηγική ευφυΐα του Οδυσσέα.
Έχει βρει μια καλή δικαιολογία για όλα. Καλλιέργησε το μύθο του Έλληνα που ξεχωρίζει: είναι έξυπνος αλλά όχι κακεντρεχής, γνωρίζει πως του ανήκει η Ακρόπολη αλλά δεν ξέρει μήτε λέξη από την ιστορία της, περηφανεύεται για τον Σωκράτη και τον Αριστοτέλη, μα δε διαβάζει τα έργα τους ούτε από μετάφραση, μιλά για την κουλτούρα και τον πολιτισμό του και γεμίζει τις παραλίες του με αλουμινένια κουτάκια αναψυκτικών και σακούλες τροφίμων…
Και τώρα του φταίνε όλοι… Η αυστηρότητα της τρόικας, η αδιαλλαξία της Μέρκελ, το «λάδωμα» της Siemens (εμείς τα «παίρναμε», αυτοί όμως γιατί μας τα «έδιναν»;). Ο Έλληνας αντιμέτωπος με την ευθύνη του, χωρίς να βλέπει πρόοδο, ανάπτυξη, αλλαγή στη μικρή του χώρα, συνέχιζε να εμπιστεύεται τους ίδιους ανθρώπους και τώρα νιώθει προδομένος και πληγωμένος και απογοητευμένος (μετανιωμένος αν είναι πραγματικά δεν ξέρω…).
Σκέφτομαι, συχνά, τον έφηβο λίγο πριν από την ενηλικίωση, τον νέο που κάνει τα πρώτα του δειλά και μοναχικά βήματα στην κοινωνία, τον νεαρό εργαζόμενο που δε βουλιάζει βολεμένος στην αναπαυτική πολυθρόνα του γραφείου του. Αυτόν συλλογίζομαι. Ανήμπορος να προλάβει τις εξελίξεις, νιώθει πως μάλλον σύρεται σε αποφάσεις και επιλογές άλλων στις οποίες διακυβεύεται το μέλλον του. Πληρώνοντας κάτι που δεν προκάλεσε ο ίδιος.
Πώς να μιλήσει αυτός ο νέος για τις ομορφιές της πατρίδας του, για την αρετή του να είσαι Έλληνας, πώς να υπερασπιστεί τη χώρα του, να νιώσει ξεχωριστός που ζει σ’ αυτήν; Δεν πρέπει κανείς να αναρωτιέται γιατί όλο και περισσότεροι νέοι άνθρωποι επιλέγουν να φεύγουν μακριά, όχι μόνο για να σπουδάσουν, αλλά και για να δουλέψουν και να κάνουν οικογένεια και να ζήσουν με ποιότητα και αξιοπρέπεια.
Όταν κάποτε οι γονείς ή οι παππούδες μας διάλεγαν την Αμερική, τη Γερμανία, τη Σουηδία για να βρουν δουλειά, στόχος τους ήταν να επιστρέψουν στην πατρίδα. Δυστυχώς για εμάς, ο σύγχρονος νέος δεν έχει στόχο την επιστροφή. Τη διαφυγή έχει, από ένα σάπιο και νωθρό σύστημα που «πνίγει» και καταδικάζει τα παιδιά του. Και χρέος είναι της πολιτείας μας να βρει τον τρόπο να του δώσει κίνητρα να μείνει, να προσπαθήσει, να συμβάλλει στην αλλαγή και στην αναγέννηση της χώρας μας.
Κάτι τέτοιο, ωστόσο, δε διαφαίνεται στον σκοτεινό μας εθνικό ορίζοντα. Άλλωστε, κι ο έφηβος πια φαίνεται να έχει ξεχάσει (κι αυτός ακόμα) το όνειρο, τον ενθουσιασμό, την ελπίδα… Δε επιλέγει πια σπουδές ανάλογα με την κλίση, τα ενδιαφέροντά του, το ταλέντο του. Έτσι, λοιπόν, ένας νέος με ταλέντο στη μουσική θα σπουδάσει παιδαγωγικά για την «ασφαλή» αποκατάσταση που προσφέρουν, ένας άλλος με αγάπη για τα μαθηματικά θα διαλέξει μια σχολή στρατιωτική γιατί είναι ένα «σίγουρο» επάγγελμα.
Τη «σιγουριά» αναζητούν οι νέοι μας, κι όχι να βρουν τον εαυτό τους, να φτιάξουν το μέλλον τους πάνω σε κάτι που πιστεύουν κι αγαπούν. Και είναι ωραίο να νιώθεις ασφαλής, μα σου «ψαλιδίζει», πιστεύω, τον ορίζοντα, τις προοπτικές, τη διαφορετικότητά σου. Σε εγκλωβίζει σε ένα πλαίσιο, στενό και συγκεκριμένο, και σε εμποδίζει να πας ένα βήμα πιο πέρα. Κι ακόμα πιο ωραίο από όλα, είναι να βηματίζεις και να εξελίσσεσαι.
Το πιο θλιβερό, λοιπόν, μέσα σε αυτό το κλίμα των περικοπών, της εξαντλητικής λιτότητας, των απολύσεων, του εργασιακού μεσαίωνα, είναι πως χάνουμε σιγά σιγά την ελπίδα μας, την πίστη μας σε κάποιον ή κάποιους, την εμπιστοσύνη ότι μπορούμε, όλοι μαζί, να βγούμε από αυτό το τέλμα.
Είναι εύκολο ίσως να μιλήσουμε για μια αδιάφορη, αποπολιτικοποιημένη και «βουβή» νεολαία, χωρίς ιδεολογία και οράματα. Κι αν ακόμη για κάποιους είναι έτσι, γι’ αυτό υπάρχουν ένοχοι. Για να κυβερνήσω, να διοικήσω, να ηγηθώ, δε φτάνει μονάχα να ανήκω σε μια κομματική επιτροπή, να κολλήσω αφίσες, να μοιράσω έντυπα, να ξεσκονίσω απλώς το επίθετό μου. Σημασία έχει να σχεδιάσω ένα σύστημα δικαίου, να εμπνεύσω τον νέο άνθρωπο να φτιάξει μια κοινωνία που πρώτα απ’ όλα να ταιριάζει στον ίδιο.
Κι ήρθε ο καιρός για τους πολιτικούς της χώρας μας, της Βουλής, της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, να περάσουν από τη θεωρία στην πράξη, από το σχέδιο (ή καλύτερα το προσχέδιο) στην εφαρμογή, που θα μιλούν για το παρόν και δε θα εμπορεύονται το μέλλον. Που θα ‘χουν τη δύναμη να στηρίξουν και να πολλαπλασιάσουν την έμπνευση, τη δημιουργικότητα, την ικανότητα του νέου και του κάθε πολίτη…