Δευτέρα, 1 Φεβρουαρίου 2016

Κρίση πανικού: βίωμα (όχι πια θεωρία)

“Ιδρώνω... ένα αόρατο χέρι σφίγγει το λαιμό μου και με παραδίδει ημιθανή πάνω στην καρέκλα μου. Με έπιασε πάλι μέσα στον κόσμο και δεν μπορώ να ξεφύγω. Αναζητώ εναγωνίως τις διαθέσιμες εξόδους: εκεί πίσω από τον κύριο με τη γραβάτα, πρέπει να διασχίσω το διάδρομο ανάμεσα από γνωστές φυσιογνωμίες. Είναι μονάχα γύρω στα 7-8 βήματα. Τρέμουνε τα πόδια μου. Κάνε υπομονή, θα περάσει. Πάντα περνάει, το ξέρεις.

Σηκώνομαι πάλι, ο αέρας λιγοστεύει. Αφόρητη ζέστη μέσα στο καταχείμωνο. Βγάζω το παλτό μου μήπως και βοηθήσει. Το στομάχι μου γυρίζει. Άνοιξε λιγάκι η πόρτα κι ο αέρας δροσίζει ευεργετικά τα μάγουλα.

Σκέψεις, εκατομμύρια σκέψεις. Θα με τρελάνουν αυτοί οι παραλογισμοί. Είμαι άχρηστη και δεν τα καταφέρνω. Να δες τους άλλους γύρω σου. Θα γίνω ρεζίλι, Θεέ μου. Θα λιποθυμήσω και όλοι θα τρέχουν γύρω μου να με συνεφέρουν. “Και τι έγινε;”, θα μου πεις. Πρώτη θα είσαι ή τελευταία; Κι αν καταλάβουν; Άσε που αύριο όλοι θα μιλάνε για αυτό.

Μέτρα από μέσα σου αντίστροφα: 100, 99, 98... βοηθάει κάπως... 97, 96. Δε φτάνει ο αέρας, όσο βαθιά κι αν εισπνεύσω. Κλαίω σπαρακτικά μέσα μου, καθώς ο φόβος της τρέλας με κυριεύει. Το έδαφος υποχωρεί κάτω από τα πόδια μου.

Οδηγώ. Θυμάσαι τις προάλλες που σταμάτησες στο πλάι; Όχι, μην το σκέφτεσαι. Συνεχίζω και οδηγώ. Φοβάμαι. Φοβάμαι. Φοβάμαι. Θέλω να κλάψω τόσο πολύ. Κοιτάζω τα αμάξια γύρω μου να με περικυκλώνουν. Τώρα πια δεν υπάρχει διέξοδος. Ποια δικαιολογία θα βρεις; Πώς θα σταματήσεις; Περισσότερα αμάξια, επιταχύνουν και με προσπερνάνε. Μετρώ τα δέντρα, εξετάζω το ύψος τους. Πρέπει να ξεχαστώ. Ιδρώνω συνέχεια. Ανοίγω το παράθυρο του αυτοκινήτου. Αέρας, δροσερός αέρας. Βουτάω στη θλίψη. Είναι τόσο βασανιστικό να ζω έτσι. Δεν αντέχω άλλο. Απελπίζομαι.

Τα πρωινά ξυπνώ κουρασμένη. Άραγε πώς θα είναι σήμερα; Προσπαθώ να εξηγήσω. Μπερδεύομαι με τα “δεν έχεις τίποτα” και τα “όλα είναι μέσα στο μυαλό σου”. Ποιος θα μου πει πώς βγαίνουν όλα αυτά μέσα από το μυαλό μου; Νιώθω παράλογη και μόνη. Προσπαθώ να ελέγξω την ανάσα μου: ανασαίνω βαθιά και με κόπο.

Θέλω να ζήσω φυσιολογικά και ελεύθερα.

Ελεύθερα, μ' ακούτε;”