Κυριακή, 15 Φεβρουαρίου 2015

Επικοινωνία: Ο ακρογωνιαίος λίθος των ανθρωπίνων σχέσεων

Έλλη Φρεγγίδου
Ψυχολόγος, M.Sc.
Με τον όρο «επικοινωνία» αναφερόμαστε στην ανταλλαγή (αποστολή και λήψη) νοημάτων/πληροφοριών από ένα άτομο σε άλλο, μέσω ενός κοινού συστήματος συμβόλων, σημάτων, ήχων, αριθμών, γραμμάτων, χειρονομιών, συμπεριφορών.
Στόχος της επικοινωνίας μπορεί να είναι είτε η απλή συνεννόηση, με άλλα λόγια, η απλή και τυπική ανταλλαγή πληροφοριών, είτε η αμοιβαία κατανόηση, η βαθύτερη γνώση της σκέψης του άλλου.

Η επικοινωνία, λοιπόν, είναι, αδιαμφισβήτητα, ζωτικής σημασίας για την ανάπτυξη και τη διατήρηση των ανθρωπίνων σχέσεων.
Είναι γνωστό ότι οι άνθρωποι από την εμφάνισή τους στη γη μέχρι και σήμερα, νιώθουν την ανάγκη της επικοινωνίας. Μια επικοινωνία που γινόταν παλιότερα αλλά και σήμερα με διάφορους τρόπους και μέσα.

Το ερευνητικό και ανήσυχο πνεύμα του ανθρώπου περνώντας μέσα από διάφορα εξελικτικά στάδια ανακάλυψε και εφάρμοσε διάφορα μέσα επικοινωνίας, από τις φρυκτωρίες στην Αρχαία Ελλάδα μέχρι και το internet στη σημερινή εποχή. 

Ολόκληρο, λοιπόν, το σύμπαν κυριαρχείται από «σχέσεις ανταλλαγής».

Η επικοινωνία είναι, επομένως, μια διαδικασία αμφίδρομη, που λαμβάνει χώρα σε πολλά επίπεδα και με διάφορες μορφές, επιτρέποντάς μας να διατηρούμε επαφή με τον κόσμο γύρω μας και να ανταλλάσσουμε μηνύματα μαζί του. Μας περιβάλλει από παντού με τη μορφή μιας διαφήμισης, μιας επιστολής, μέσα από μια ταινία στην τηλεόραση ή ακόμα και μέσα από ένα μήνυμα στο κινητό μας τηλέφωνο.

Κορυφαίες μορφές ουσιαστικής επικοινωνίας είναι η αγάπη, ο έρωτας, η φιλία, η θρησκεία, ο διάλογος, όταν ασφαλώς καταλήγουν σε πραγματική επαφή και κατανόηση.

Από τα πιο παλιά χρόνια, οι άνθρωποι ένιωσαν την ανάγκη να μπορούν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους. Το πρώτο βλέμμα, το πρώτο άγγιγμα ήταν η πρώτη αμοιβαία επαφή ανάμεσα σε δυο ανθρώπους και η πρώτη μορφή επικοινωνίας. Αρχικά, οι πρωτόγονοι, επειδή δεν είχαν αναπτύξει την ομιλία, επικοινωνούσαν με κραυγές.

Ο άνθρωπος χρησιμοποιούσε τον άναρθρο λόγο πριν αποκτήσει τον έναρθρο. Φαίνεται, όμως, πως από την πρωτόγονη εποχή γνώριζε ότι η φωνή χάνεται ενώ τα γραπτά μένουν. 

Έτσι, ζωγράφιζε στις σπηλιές, τα γνωστά σήμερα σπηλαιογραφήματα, μορφές και σχήματα, λιοντάρια, πιθήκους και ανθρώπους.

Τη θέση τους πήρε η φωτιά, η οποία δημιούργησε άλλη μια ακόμη μορφή οπτικής επικοινωνίας, χάρη στην οποία πραγματοποιήθηκε η ανταλλαγή μηνυμάτων μεταξύ μεγαλύτερων αποστάσεων.

Αναλογιστείτε πόσο ισχυρή παραμένει και σήμερα, η ανάγκη μας να επικοινωνήσουμε, κι ας μην υπάρχει ο φόβος της επιβίωσης, κι ας κατακλυζόμαστε από κάθε είδους τεχνολογικά κατασκευάσματα, μαθαίνοντας νέα για καθετί και ανά πασά στιγμή.

Σήμερα, φαίνεται πως ενώ πετύχαμε αρκετά στη «συνεννόηση», χάσαμε την ουσιαστική επαφή, την ικανότητά μας να κατανοούμε τις σκέψεις και τις ιδέες των άλλων, προκειμένου να γίνουμε μέρος ενός κοινωνικού συνόλου. 

Γενικότερα, η επικοινωνία ανάμεσα σε δύο ανθρώπους, περνάει διαδοχικά από το γενικό στο ειδικό, από το επιφανειακό στο ουσιαστικό, από το απρόσωπο στο προσωπικό επίπεδο.

Συχνά, οι ενήλικες έχουν την τάση να ακούν τα μικρά παιδιά πολύ πιο προσεκτικά από ότι ακούν ο ένας τον άλλο. Ίσως, έχουμε επίγνωση ότι τα παιδιά δυσκολεύονται να εκφραστούν, γι’ αυτό τους δίνουμε το χρόνο που χρειάζονται. 

Μάλιστα, καταβάλλουμε ειλικρινείς προσπάθειες για να καταλάβουμε πώς νιώθουν και όχι μόνο πώς σκέφτονται. Όταν διακόπτουμε ένα παιδί το κάνουμε συνήθως για να το βοηθήσουμε να εκφραστεί και όχι για να αλλάξουμε θέμα ή να κατευθύνουμε τη συζήτηση. Έχουμε την ίδια τάση να δείχνουμε την ίδια ευγένεια και το ίδιο ενδιαφέρον στους ηλικιωμένους ή σε εκείνους που υποφέρουν από κάποια αναπηρία.

Γιατί, άραγε, δεν προσπαθούμε να ακούσουμε όλους τους ανθρώπους με τον ίδιο τρόπο;

Το ζητούμενο για μια ουσιαστική επικοινωνία είναι αυτό που επιστημονικά λέγεται ”ενσυναίσθηση”, δηλαδή το να μπορούμε να βλέπουμε τον κόσμο μέσα από τα μάτια του άλλου, να κατανοούμε τη θέση και τα συναισθήματά του, ώστε να ανταποκρινόμαστε ανάλογα.

Πότε, όμως, μπορούμε να μιλάμε για έλλειψη επικοινωνίας και τί γίνεται όταν η επικοινωνία δεν είναι εφικτή ή ουσιώδης;
Ουσιαστική επικοινωνία, με την έννοια της αμοιβαίας κατανόησης, και της βαθύτερης γνώσης της σκέψης του άλλου, δεν μπορεί να υφίσταται, όταν επικεντρωνόμαστε στον εαυτό μας και στις δικές μας ανάγκες (εγωκεντρισμός). 

Οι προκατειλημμένες ερμηνείες για τις προθέσεις και τα κίνητρα των άλλων μπορούν, ακόμη, να παρεμποδίσουν την επικοινωνία με όσους μας περιβάλλουν.

Χάνοντας την επικοινωνία, χάνουμε δυστυχώς και την επαφή με τους γύρω μας. Η εγγύτητα, η κατανόηση, η ζεστασιά, η φροντίδα, η αποδοχή, η ενθάρρυνση, η αυτονομία, η αυτοέκφραση, είναι πια μακρινό παρελθόν και τη θέση τους παίρνει η μοναξιά, ο εγωκεντρισμός, ο φόβος της οικειότητας, ο ανταγωνισμός και η απόρριψη. Η έλλειψη επικοινωνίας με τους γύρω μας είναι, με άλλα λόγια, ένας μονόδρομος προς την απομόνωση.

Η έλλειψη επικοινωνίας στο χώρο του σχολείου είναι η αιτία πολλών προβλημάτων συμπεριφοράς και μάθησης, που συχνά μπορεί να οδηγήσουν ακόμα και στη διακοπή της φοίτησης.
Το χάσμα που ενδέχεται να δημιουργηθεί είτε μεταξύ παιδιών και δασκάλου, είτε μεταξύ παιδιών και γονιών, μπορεί να έχει ισχυρή επίδραση στη διαμόρφωση της προσωπικότητας και της συμπεριφοράς των παιδιών. 

Να σημειωθεί ότι όσο μικρότερη είναι η ηλικία των παιδιών, τόσο και πιο καθοριστική επίδραση έχει η ποιότητα της επικοινωνίας. Όταν τα παιδιά δε βιώνουν την κατανόηση και την αποδοχή που επιζητούν, υιοθετούν στάσεις και συμπεριφορές με αντικοινωνικά στοιχεία, γίνονται επιθετικά και αναζητούν λύσεις και απαντήσεις στους προβληματισμούς τους, από τους συνομηλίκους τους. 

Η έλλειψη αποτελεσματικής επικοινωνίας μπορεί να οδηγήσει στη σχολική εγκατάλειψη και να συντελέσει στη δημιουργία ενός αρνητικού σχολικού περιβάλλοντος, με αποτέλεσμα το παιδί να βιώσει αποστροφή για το σχολείο και για τη εκπαιδευτική διαδικασία.

Ο διάλογος έχει μια περίοπτη θέση στην κοινωνία μας ή τουλάχιστον θα έπρεπε να έχει. Η εκάστοτε κυβέρνηση προχωρεί σε διάλογο με τα συνδικάτα, στα παράθυρα των καναλιών οι δημοσιογράφοι κάνουν διάλογο με τους πολιτικούς και οι πολιτικοί κάνουν διάλογο μεταξύ τους, στο σχολείο ενθαρρύνεται η μάθηση μέσω του διαλόγου, οι θαμώνες των καφενείων και των καφετεριών αναλώνουμε ώρες και φαιά ουσία σε διάλογο, ένα από τα πρώτα πράγματα που μαθαίνουν οι πωλητές είναι το πώς να εγκαθιδρύουν διάλογο με τους υποψήφιους πελάτες τους. 

Κι όλα αυτά συμβαίνουν στην προσπάθειά μας να επικοινωνήσουμε, να γίνουμε κατανοητοί, να αποδεχτούμε τους γύρω μας, να γίνουμε μέρος ενός ευρύτερου συνόλου.
Ωστόσο, σύμφωνα με πρόσφατη έρευνα, οι Έλληνες έφηβοι αισθάνονται μοναξιά και θα ήθελαν περισσότερους φίλους, οι πολίτες φαίνεται να απομακρύνονται από τους πολιτικούς παρά την εμμονή των τελευταίων στο διάλογο και οι άνθρωποι νιώθουν να αποξενώνονται όλο και περισσότερο τόσο από τους άλλους όσο κι από τον εαυτό τους.

Έτσι, ζούμε με την ψευδαίσθηση του απολύτως σωστού και του απολύτως λανθασμένου, και περιχαρακωνόμαστε σε αυτά που γνωρίζουμε για τον κόσμο και τον εαυτό μας. Ο αυτοσεβασμός μας, γίνεται καθημερινά στόχος χιλιάδων διαφημίσεων και μηνυμάτων που μας υποδεικνύουν πως για να αξίζουμε πραγματικά, πρέπει να αλλάξουμε και να υιοθετήσουμε τις χ, ψ καταναλωτικές συνήθειες.

Έτσι, σε ένα κλίμα ανασφάλειας και προσωπικής ανεπάρκειας ο διάλογος και η επικοινωνία παίρνουν την παρακάτω μορφή: Όταν ακούμε το συνομιλητή μας, δεν μπαίνουμε στον κόπο να προσπαθήσουμε να δούμε τον κόσμο μέσα από τα μάτια του, αλλά ανατρέχουμε σε δικές μας εμπειρίες και ανάγκες, βουτάμε στον δικό μας κόσμο. 

Όταν ανταπαντούμε, δεν αποκρινόμαστε σε αυτό που ακούσαμε, αλλά στην μνήμη, στην εμπειρία ή στο συναίσθημα που μας γεννήθηκε.

Έτσι, χάνεται το «εμείς» στο εδώ και τώρα, μιας και δεν υπάρχει μοίρασμα, κι αντικαθίσταται από το «εγώ» και το «εσύ».