Τετάρτη, 4 Αυγούστου 2010

Ο ευγενικός κύριος Χ.

«Σου εξήγησα το ίδιο πράγμα εκατό φορές από το πρωί και δεν εννοείς να το καταλάβεις…» είπε ο Προϊστάμενος κύριος Ν., Πρόεδρος του οργανισμού και διακεκριμένος Αρχιτέκνων….
Πιο πριν, ο «ευγενικός κύριος Χ.» είχε χτυπήσει δυο φορές την πόρτα του γραφείου, φορτωμένος με κλασέρ σαν όνος, σκουπίζοντας, σχεδόν, τα πόδια του σε ένα νοερό χαλάκι, έξω από την είσοδο του γραφείου του κ. Ν., ξέρετε, του Προέδρου του Οργανισμού και του διακεκριμένου Αρχιτέκτονα.
Ακόμα πιο πριν, είχε περάσει από το γραφείο του κυρίου Β., Διευθύνοντα Συμβούλου του Οργανισμού και Προέδρου του Πανελλήνιου Συλλόγου Υπεράσπισης (πάντων των) Προέδρων (Π.Σ.Υ.Π.), που τον ζήτησε κατεπειγόντως για την προώθηση παραγγελίας παρτίδας γάλακτος. Άλλωστε, ο κ. Β. έπινε πάντα με γάλα το πρωινό του ρόφημα…
Κι ακόμα πιο πριν από το πριν…. Κι εν πάσει περιπτώσει αρκετά νωρίτερα… τον κάλεσε ο ίδιος ο γενικός γραμματέας, του ειδικού γραμματέα, του Προϊστάμενου του τομέα των δημοσίων σχέσεων του οργανισμού, για να τον ρωτήσει για ένα θέμα εξαιρετικά επείγον κι απόλυτα εμπιστευτικό, που το γνώριζαν μόνον και αποκλειστικά, οι 3 διευθυντές, οι 9 Προϊστάμενοι, οι 4 υπεύθυνοι τομέων και τα 16 άτομα πλήρους εμπιστοσύνης του γενικού διευθυντή.
«Παρακαλώ…Παρακαλώ…Πείτε μου να σας εξυπηρετήσω…».. κατουρημένες ποδιές φίλησε ο «ευγενικός κύριος Χ.» για να τρυπώσει σε αυτή τη θέση. Αφού δεν μπόρεσε να τον βολέψει το Μεταπτυχιακό στην «Εφαρμοσμένη Πληροφορική και Ανάλυση Δεδομένων», κι ας κόντευε τα 32…
Αλλιώς το είχε, ασφαλώς, ονειρευτεί το μέλλον του ο «ευγενικός κύριος Χ.»! Φιλοδοξούσε να σπουδάσει και να βρει μια δουλειά αντάξια των κόπων που κατέβαλλε.
Και τώρα, από αυτή τη θεσούλα σε αυτόν τον μεγαλο-οργανισμό, αναπολεί με ένα μελαγχολικό χαμόγελο τον παλιό του εαυτό. Τότε, στα φοιτητικά του χρόνια, που δεν ήταν διόλου ευγενικός, μήτε ντροπαλός ήταν. Μέλος της ΠΚΣ, τότε που ήταν ακόμα στις δόξες της, με μακριά μαλλιά και πυκνά γένια, πρώτος στις πορείες και τις πανεπιστημιακές διαδηλώσεις, χλευαστικός και περιπαιχτικός, με όλους αυτούς που είχαν ισοπεδωθεί από το κατεστημένο, τους υποτακτικούς, τους «βολεψάκηδες»… Ποιός να τό ‘λεγε πως θα καταντούσε, απλώς, ένας «ευγενικός κύριος Χ.»! Ευγενικός και υποτακτικός, καταδεκτικός μα και «άφωνος»…
Τα τελευταία βράδια, του ‘χε καρφωθεί στο μυαλό μια φράση ενός συμφοιτητή του, φανατικού ΔΑΠίτη και άσπονδου εχθρού: «Εγώ ξέρω πως οι ΚΝίτες σαν τελειώσουν τη σχολή και βγουν στην πιάτσα, γίνονται οι πιο μίζεροι από όλους… Σε ποιά ιδεολογία μου λες να πιστέψω λοιπόν;»
Σε ποιά ιδεολογία να πιστέψω, αλήθεια; Τί να επιλέγω ως στάση ζωής, μέσα από έναν ιδεολογικά πολτοποιημένο χώρο, με το παρωνύμιο «μεσαίος»…
…………………………………………………………………………………..
Ξυπνάω στις 7 το πρωί, από το ξυπνητήρι ενός ολοκαίνουριου Samsung κινητού. Πρέπει, το αργότερο, ως τις 7:13 να έχω μπει στο αμάξι, μιας και η απόσταση ως το γραφείο είναι ακριβώς 17 λεπτά. Οι συνάδελφοι με χαιρετούν κάπως απρόθυμα και εγώ «τρυπώνω», από τα πρώτα κιόλας λεπτά, σε έγγραφα word και υπολογιστικά φύλλα excel, ενώ παράλληλα απαντώ σε υπηρεσιακά τηλεφωνήματα και εξυπηρετώ τους πελάτες του οργανισμού.
«Η νεότητα είναι η κατεξοχήν περίοδος επιλογών ζωής», θυμάμαι το «κήρυγμα» του φιλολόγου στην εφηβεία μου. Κι εγώ δεν έχω καταφέρει ακόμα να κόψω αυτόν τον αναθεματισμένο ομφάλιο λώρο της εξάρτησης, δεν μπόρεσα ακόμη να απογαλακτιστώ και να ζήσω μακριά από τους κόλπους της οικογένειας.
Σκλάβος ενός συστήματος που χτίστηκε πρόχειρα στις παρυφές της παγκοσμιοποίησης σαν άθλια παράγκα. Αιχμάλωτος του ρουσφετιού και της διαφθοράς.
«Είναι αισχρό να καπηλεύεσαι γενιές», ψέλλισε ο «ευγενικός κύριος Χ.» και βυθίστηκε στις σκέψεις του, όσο κατέβαινε τις σκάλες του γραφείου…

‘Κοίταξα χαμηλά και είδα κάτω από τα πόδια μου κενό να χάσκει, και ανέβλεψα και είδα και από πάνω μου κενό να χάσκει, και τρόμαξα πολύ και είπα: «Το τέλος μου είν’ αυτό˙ είμαι μονάχα ένα ελάχιστο σημείο ανάμεσα σε δυο απέραντα κενά, ένα τίποτε!». Αλλά είπα ακόμη: «Γιατί, ωστόσο, νιώθω τόσο πλήρης ανάμεσα σε αυτά τα δυο κενά;». Κι αυτή η ταπεινή, αυτή η παιδική απορία με γέμισε εξαίφνης φως και είδα πως είχα μέσα μου μια δύναμη αλλόκοτη και πως δεν ήμουν ένα τίποτε, αλλά ένα κάτι, που, αν και ελάχιστο, δεν άφηνε αυτά τα δυο απέραντα κενά να σμίξουν.’
                                                                       (Άτιτλο, Αργύρης Χιόνης)